“Πώς μιλάμε για την καινούργια ελληνική ποίηση”

Μια διαφορετική προσέγγιση στο μείζον λογοτεχνικό φαινόμενο του ελληνικού 21ου αιώνα: πώς τοποθετούμε, διαπραγματευόμαστε και διαχειριζόμαστε την ποίηση του 2000.

Με αφορμή την κυκλοφορία του νέου τεύχους του περιοδικού Θράκα, του οποίου το περιεχόμενο (μελέτες, δοκίμια και ποίηση) είναι ουσιαστικά αφιερωμένο στην καινούργια ελληνική ποίηση, στις 24 Ιουλίου στο βιβλιοπωλείο της Αθήνας “επί λέξει” πραγματοποιήθηκε εκδήλωση-συζήτηση με θέμα “Πώς μιλάμε για την καινούργια ελληνική ποίηση”.
Οικοδεσπότες ήταν τα μέλη της συντακτικής ομάδας Θάνος Γώγος και Στάθης Ιντζές.
Μίλησαν οι :
Γιάννης Μπασκόζος, Συγγραφέας, Δημοσιογράφος
Θωμάς Τσαλαπάτης, Ποιητής

Βασίλης Λαμπρόπουλος, Καθηγητής Πανεπιστημίου

Το 1ο βίντεο περιέχει τις 3 σύντομες ομιλίες (η δική μου στο 0:20-0:31)
και το 2ο βίντεο τη γενική συζήτηση που ακολούθησε.
Οι ομιλίες:
Η συζήτηση

August 5, 2017

 

Advertisements
Posted in Crisis, Culture, Greek Literature, Greek Poetry, Left, Melancholy, The Common

Πώς *δεν* μιλάμε για την καινούργια ελληνική ποίηση

[Έχω αναφερθεί συχνά στην συστηματική προσπάθεια πολλών ποιητών του 2000 να γράψουν για το έργο συναδέλφων τους επειδή γνωρίζουν πόσο (με ελάχιστες εξαιρέσεις) τους αγνοεί η κρατούσα κριτική.  Είναι ένας εξαίρετος τρόπος να υπερασπιστούν την νέα ποίηση.  Για να θυμήσω με τι χαμηλό επίπεδο έχουν να κάνουν αναδημοσιεύω εδώ πρόσφατο χαρακτηριστικό δείγμα κριτικής αμάθειας και εμπάθειας  που υπογράφει ο υπεύθυνος Πολιτιστικών του μηνιαίου περιοδικού Unfollow.  Είναι αξιοπρόσεκτο πως δεν εκφράζει καμιά απολύτως γνώμη για τις σύγχρονες ποιητικές τάσεις, και ενδιαφέρεται μόνο να αξιολογήσει τον κριτικό σαν … “μάγειρα”.] *
UNFOLLOW 67ΠΟΛΙΤΙΣΜΕΝΑ

«Αριστερή μελαγχολία» και «γενιά του 2000» στη σύγχρονη ποίηση: Δύο βολικοί μύθοι

| 5/7/2017 | Τεύχος Ιουλίου 2017

 

Η μεταμοντέρνα κριτική προσπάθεια να οργανωθεί η πρόσληψη της ποίησης που γράφεται τώρα κάτω από τις μείζονες κατηγορίες της «αριστερής μελαγχολίας» και, ακόμη χειρότερα, της «γενιάς» καταδεικνύουν τα όρια μιας στάσης που ομνύει στην πολλαπλότητα, την ίδια στιγμή που τοποθετεί στο προκρούστειο κρεβάτι της τα πλέον ανόμοια μεγέθη. Αποδεικνύει έτσι ότι η μέριμνά της δεν είναι τόσο η κριτική όσο η πολεμική στο ιδιαιτέρως πολωμένο πεδίο των Νεοελληνικών Σπουδών.

Όταν το 2015 κυκλοφορούσε στο αγγλόφωνο κοινό η ανθολογία του Θεόδωρου  Χιώτη Futures: Poetry of the Greek Crisis,1 η οποία κάτω από το μείζον πολιτικό ζήτημα της ελληνικής  κρίσης χρέους συγκεντρώνει μια σειρά ποιημάτων  τόσο διαφορετικών ποιητών όσο, μεταξύ άλλων, ο Αλέξιος Μάινας, η Μαρία Τοπάλη και ο Θωμάς Τσαλαπάτης δεν έλειψαν οι κριτικές που είδαν την ανθολογία  με κανονιστικό βλέμμα, εντοπίζοντας σε αυτήν μάλλον ένα πρόγραμμα δράσης παρά μια περιγραφική συσσωμάτωση ετερόκλητων ποιημάτων πάνω σε ένα μείζον πολιτικό ζήτημα.

Η πιο βαρύγδουπη τέτοια δεξίωση ήταν αυτή του καθηγητή Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν Βασίλη Λαμπρόπουλου. Η δεξίωση έγινε στο μπλογκ του φιλολόγου, όμως γρήγορα διαδόθηκε και μάλιστα μεταφράστηκε στο περιοδικό φρμκ. Με τίτλο «Αριστερή μελαγχολική ποίηση: Η ελληνική γενιά του 2000» ο Λαμπρόπουλος  χαιρετίζει τη συλλογή, εντοπίζον τας σε αυτήν μείζονες  θεματικές που ουσιαστικά εξαντλούν τα χαρακτηριστικά του μεταμοντερνισμού, όπως αυτός περιγράφεται  στα εγχειρίδια. Υπεργλωσσικότητα και διαγλωσσικότητα, επιτελεστικότητα, επισφάλεια και πλείστα άλλα όσα επιστρατεύονται για να χαρακτηρίσουν την καινοτομία της «γενιάς του 2000». Συγκρατώ από εδώ προσωρινά την κάτωθι περικοπή:

«Μια μελαγχολική  ποίηση. Ραψωδεί  τραγουδώντας τη μετα-χειραφετημένη αριστερή μελαγχολία υπό συνθήκες νεο-αποικιοκρατίας. Δεν είναι μια ποίηση ήττας και απελπισίας αλλά απόσχισης (diremption) και αποστέρησης, ποίηση μιας επαναστατικής ενδόρρηξης (implosion) και της εξέγερσης που δεν μπορεί να κατοικηθεί ή να καταληφθεί (un-Occupiable revolt)»2 .

Έναν χρόνο μετά ο Βασίλης Λαμπρόπουλος θα επιστρέψει στο ζήτημα με άρθρο του στην ποιητική επιθεώρηση  Τα Ποιητικά με τον εύγλωττο τίτλο «Η κρίση της ποίησης και η μελαγχολία της Αριστεράς – Για την πολιτική της ελληνικής ποίησης των αρχών του 21ου αιώνα».3

Εδώ συντελείται φαινομενικά μια υπαναχώρηση από την κατηγορία της «γενιάς», η οποία εύγλωττα απουσιάζει από τον τίτλο έναντι της ρητορικής αναφοράς στην πολιτική διάσταση που συγκροτείται γύρω από τη «μελαγχολία της Αριστεράς», η οποία πια δεν είναι απλώς ένα από τα ειδοποιά χαρακτηριστικά, αλλά το κύριο συνέχον τους νέους ποιητές.

«Στην ουσία πρόκειται για μια μείζονα τάση» (σ. 2) θα πει ο Λαμπρόπουλος, για να συνεχίσει ωστόσο να πραγματεύεται τους ποιητές της περιόδου ως γενιά – γι’ αυτά όμως παρακάτω. Τι χαρακτηρίζει αυτούς τους ποιητές και αυτές τις ποιήτριες; Τι τους συγκροτεί; Ο Λαμπρόπουλος θα θέσει ως πρώτο χαρακτηριστικό μια αφοσίωση στο ιδανικό της εξέγερσης:

«Έτσι ενώ πανεπιστημιακοί  και καλλιτέχνες της σκηνής στρατεύονταν  ρητά και δημόσια με την εκστρατεία και την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, οι ποιητές κατέγραφαν ποιητικά την απογοήτευση  πριν τη (χαμένη)  μάχη, την προδοσία των αξιών πριν τη (μάταιη) νίκη. Εκείνο που τους έκανε ανυπέρβλητα μελαγχολικούς ήταν η αθεράπευτη  και τρυφερή αφοσίωσή τους στο ιδανικό της εξέγερσης, σε έναν αγώνα που η ιστορία ματαιώνει αλλά δεν μπορεί να ακυρώσει» (σ. 3).

Ο ποιητής, ως προγνώστης, θέτει εαυτόν στην υπηρεσία της κατεργασίας της συλλογικής αποτυχίας του πολιτικού, μη εμπλεκόμενος άμεσα σε αυτό, αλλά με την πικρή γνώση της διάψευσης. Αυτή θέτει και το πλαίσιο αναφορών του:

«[…] οι ποιητές του 2000 δεν συνδιαλέγονται με την καθιερωμένη γενιά του ’30 […] με την οποία δεν τους συνδέει τίποτε […] Αντίθετα, συνδιαλέγονται τακτικά με πολλά μέλη της γενιάς του ’50 […] και εκείνης του ’60 (προπαντός του κύκλου των Σημειώσεων). Αυτό φαίνεται ιδιαίτερα στην εμμονή τους στο μείζον θέμα της συλλογικής διάψευσης» (σ. 4).

Η διαφοροποίησή τους θα φανεί και σε αυτό που ο Λαμπρόπουλος θα σημειώσει ως μετάβαση από τη γαλλοτραφή στην αγγλοτραφή ποίηση. Η γενιά του 2000 διατηρεί προνομιακή σχέση με τα αγγλικά τόσο επειδή οι αναφορές της είναι αγγλικές (οι ποπ κυρίως) όσο και επειδή στη νομαδικότητά της η γενιά καλείται να παραγάγει και ξενόγλωσσο λόγο.

u67_Politismena_960

Ακολούθως, θα γίνει λόγος για την ευπλασία με την οποία η γενιά αντιμετωπίζει τις άλλες τέχνες:

«Αυτή η εξωστρεφής και επιτελεστική πολυγλωσσία είναι μια εξαιρετικά σημαντική διάσταση της δραστικής ποιητικής διότι αχρηστεύει την αυτοτέλεια του τυπωμένου στίχου στην οποία είμαστε συνηθισμένοι» (σ. 5).

Αυτός ο καινοφανής, υποτίθεται, τρόπος είναι που οδηγεί και στην αγνόηση  της γενιάς από την κατεστημένη κριτική και οδηγεί μέσω της «σαρκαστικής της αυτογνωσίας» στην οικοδόμηση  δικτύων αλληλεγγύης και συμπροώθησης του ποιητικού λόγου που εκφεύγει των παραδοσιακών διαύλων της επικοινωνίας του ποιητικού έργου.

Βάση αυτού του δικτύου  αλληλεγγύης, η αριστερή μελαγχολία, η οποία: «Ως όρος κριτικής η αριστερή μελαγχολία ορίζει μια συγκεκριμένη ποιητική και όχι μια θεματική […] Η αριστερή μελαγχολία είναι ένα ποίημα που δεν “βγαίνει”, δεν βρίσκει τον στόχο του, τα βάζει με τον εαυτό του, ενοχλείται από τον λυρισμό του, εμπαίζει το κοινό του, οικτίρει τον ειρμό του» (σ. 6).

Οι απαιτήσεις  κατανόησης αυτής της ποίησης  είναι και εξωποιητικές, επιζητούν τη χρήση των εργαλείων του μεταδομισμού, στον ίδιο βαθμό που κατά τον Λαμπρόπουλο η ποίηση του Βύρωνα Λεοντάρη επιζητούσε την κριτική θεωρία.

Θεωρώ ότι η προσέγγιση του Λαμπρόπουλου είναι προβληματική και στους δύο άξονες που την υποβαστάζουν: πρώτα τον κοινωνιολογικό/θεσμικό – αυτόν που χοντρικά θέτει στο τραπέζι την ύπαρξη μιας γενιάς ή έστω μιας τάσης• έπειτα τον ποιητολογικό – αυτόν που συγκροτείται γύρω από τον όρο «αριστερή μελαγχολία». Θα υποστηρίξω δε πως και οι δύο άξονες υπάγονται σε μια προϋποθέτουσα αρχή δόμησης της επιχειρηματολογίας που είναι πρόδηλα πολεμική και συνδέεται με την κατάσταση των Nεοελληνικών Σπουδών στη χώρα και διεθνώς.

Καταρχάς, η κατηγορία της γενιάς μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε με κανονιστικό είτε με περιγραφικό τρόπο. Κλασικό παράδειγμα  της πρόσληψης γενιάς με κανονιστικό τρόπο αποτέλεσε η γενιά του ’30. Είτε η πρόσληψη είναι θετική είτε αρνητική, η γενιά του ’30 αντιμετωπίζεται ως ένα σύνολο δημιουργίας που εδράζεται πάνω σε βασικές προγραμματικές αρχές οι οποίες και παράγουν  αποτελέσματα τόσο λογοτεχνικής όσο και θεσμικής υφής. Στον αντίποδα, δύσκολα θα μπορούσε να πει κανείς το ίδιο για την πρώτη μεταπολεμική γενιά. Εδώ η συμπερίληψη  των ποιητών στη γενιά γίνεται πρωτίστως με εξωτερικά της ποίησης κριτήρια, ταξινομητικά σχεδόν προς χρήση των γραμματολογιών. Ο Λαμπρόπουλος, αν και υπονοεί πως κάνει περιγραφή, στην πραγματικότητα δρα κανονιστικά. Τα χαρακτηριστικά που τάχα εντοπίζει ως κοινά είναι αυτά που ο ίδιος τοποθετεί στο τραπέζι ως σημαντικά για την ποίηση. Εξάλλου, με τον όγκο της σύγχρονης ποιητικής παραγωγής,  για να τεκμηριώσει την ύπαρξη μιας τάσης περιγραφικά θα έπρεπε να καταφύγει στη στατιστική. Τόσα ποιήματα επί των τόσων εμφανίσεων – πόσο μάλλον τη στιγμή που λέει ότι δεν αξιολογεί. Αντ’ αυτού, στις παραθέσεις του Λαμπρόπουλου απουσιάζει ακόμη και ο εκδοτικός οίκος όπου η κάθε συλλογή έχει εκδοθεί, ακόμη μία λεπτομέρεια που δημιουργεί  υποψίες κριτικής ατασθαλίας ως προς την «αυτονομία» και την αλληλεγγύη που ο κριτικός με ενθουσιασμό διαβλέπει.

Στον δεύτερο άξονα, αυτό της ποιητικότητας, η έννοια της «αριστερής μελαγχολίας» λίγο εξηγεί πραγματικά την ομοιότητα της στάσης των τόσο διαφορετικών ποιητών. Χωρίς να μπω καν στον κόπο να εξετάσω αν ισχύει περιεχομενικά, δυσκολεύομαι να δω πώς γίνεται μια περί ποιητικής συζήτηση να υποβαθμίζει τη μορφή μιλώντας γενικά και αόριστα για τάσεις στον ρυθμό κ.λπ. Αν η «αριστερή μελαγχολία» δεν είναι θεματική αλλά ποιητική, αυτό οφείλει να δειχθεί με εξονυχιστική ανάλυση ενός τουλάχιστον ποιήματος. Και να τεκμηριωθεί η συνέχισή της σε διαφορετικές μορφές. Π.χ. πώς μορφικά συνέχονται το Κλέφτικο με τα Χαρτάκια, για να μείνω στην περίπτωση ενός και μόνο ποιητή.

Μίλησα από την εισαγωγή ήδη για πολεμική χρήση των κατηγοριών  της «γενιάς» και της «αριστερής μελαγχολίας». Μέγας  παίκτης στην αντιπαράθεση  μεταξύ εντόπιων  φιλολόγων και εξωχώριων θεωρητικών, ο Λαμπρόπουλος θα χτίσει πάνω στη βάση των ποιητών του 2000 το ζων αντίβαρο στην κυρίαρχη φιλολογία. Εξ ου και προσπαθεί  να βρει την αντι-γενιά του ’30, αναβαπτίζοντας ταυτόχρονα τον Βύρωνα Λεοντάρη σε κάτι σαν τον Σεφέρη των «αντιφρονούντων». Εκεί που η γενιά του ’30 δρούσε ως μεταπράτης των μοντερνιστικών επιταγών,  ο Λαμπρόπουλος θα επιφυλάξει στους μελαγχολικούς του ποιητές το εμπόριο της μεταστρουκτουραλιστικής θεωρίας. Με τον τρόπο αυτό ωστόσο δρα ως ένας κακός μάγειρας: αντί να σεβαστεί τα υλικά του, τους επιβάλλει την προπαρασκευασμένη συνταγή τους. Και το αποτέλεσμα σε κάνει να αναρωτιέσαι, ιδιαίτερα όταν σκέφτεσαι τα πλέον δραστικά δείγματα της σύγχρονης ποιητικής παραγωγής, τι φαγητό θα έβγαινε αν ο βασιλικός δεν είχε τοποθετηθεί στην αρχή του μαγειρέματος, βγαίνοντας έτσι στο πιάτο μαύρος κι άραχλος.

___

1. Theodoros Chiotis (επιμ.), Futures: Poetry of the Greek crisis, Penned in the Margins, Λονδίνο 2015

2. Βασίλης Λαμπρόπουλος, «Αριστερή μελαγχολική ποίηση: Η ελληνική γενιά του 2000», μτφ. Ορφέας Απέργης, φρμκ, τ. 7, 2016, ηλεκτρονικά προσβάσιμο στο http://bit.ly/2sU1Rfo

3. Τα Ποιητικά, τ. 26, Ιούνιος 2017, σ. 1-7. Ηλεκτρονικά προσβάσιμο στο http://bit.ly/2t1Enn

* Ο αρθρογράφος απάντησε στο εισαγωγικό μου σχόλιο με όρους όπως “ντρίπλα” και “νταβατζιλίκι”.

Posted in Greek Poetry

The Greek poetry of austerity on German radio

German-Greek journalist Alkyoni Karamanolis, a member of “Global Correspondents,” interviewed writer Katerina Iliopoulou and me (in Greek, in Athens) for a German radio program she produced on the new Greek poetry. The program aired on July 20 under the title “Poetry in times of economic austerity” as part of the regular cultural show “Kompressor“, broadcast on Deutschlandfunk Kultur, a public station which transmits across Germany.

The “compressed” five-minute program may be heard here and read below.

July 24, 2017

Amoderation

Lyrik als Wegbegleiter in schwierigen Zeiten – in Griechenland, das seit Ausbruch der Krise einen Kulturboom erlebt, hat auch die Lyrik Renaissance: Gedichtabende in Galerien, Cafés, Bars, auf öffentlichen Plätzen. Lyrikmarathons und Lyrikrezitationen. Trotz oder wegen der Krise? Alkyone Karamanolis mit Eindrücken aus Athen.

Atmo Performance

Ein abgedunkelter Raum. Betonböden, hohe Decken, breite, in Eisen gefasste Fensterbänder. Eine Frau in dunkler Joggingkleidung und Mütze steht an einem Pult und trägt ein Gedicht vor. An der Wand hinter ihr flackern die suggestiven Bilder eines schwarz-weiß-Videos.

Atmo hoch

Sie nimmt die Worte auseinander und setzt sie neu zusammen.Vom Weg abgekommen, heißt ihr Gedicht. Oder: Ratlosigkeit. Die Performance ist gut besucht, sie findet in einem der beliebtesten Athener Kulturhubs statt.

Lyrik in Griechenland ist chic, Lyrik ist in. Es gibt Gedichtmarathons, Lesungen, Diskussionen. In Buchhandlungen, Theatern und an öffentlichen Plätzen. Sogar eine neue Zeitschrift für Lyrik ist entstanden, gegründet 2011, einem der dunkelsten Krisenjahre. Katerina Iliopoulou ist eine der HerausgeberInnen.

Es war ein Wagnis und eine verrückte Idee, natürlich. Andererseits haben wir doch nichts anderes als unsere Gegenwart. Und die Zeitschrift ist die logische Fortentwicklung unseres Werdegangs. Wir sind eine Gruppe von Dichtern, die seit vielen Jahren im Dialog miteinander stehen. Und es war der Punkt gekommen, an dem wir das Bedürfnis verspürten, diesen Dialog mit dem Publikum zu teilen.

Zweimal im Jahr kommt die Zeitschrift mit dem unaussprechlichen, all seiner Vokale beraubten Namen frmk heraus. Ein schwarz-weißes, künstlerisch gestaltetes Heft mit mattseidenem Umschlag, das schwer in der Hand liegt. Fügt man die Vokale wieder hinzu, erhält man das Wort für Medizin, welches gleichzeitig auch Gift bedeuten kann. Eine Anspielung auf Platon und darauf, was die Literatur vermag. Von den Autoren über den Graphiker, den künstlerischen Direktor bis hin zur Satzkorrektur fußt das Heft auf freiwilliger, unbezahlter Arbeit, mit den Gewinnen deckt man die Material- und Druckkosten. Auch hier eher ein “trotz” als ein “aufgrund” der Krise.

Als Künstler konnten wir nicht einfach unsere Produktion aufgeben. Und am Ende ist die Zeitschrift herauszugeben auch eine Art des Widerstands gegen diese schwierige Wirklichkeit der Krise. Es ist eine Lebenseinstellung weiterzumachen.

In den 90er Jahren hat die griechische Lyrik selbst eine Krise durchlaufen. Sie war esoterisch geworden und musste ihren Platz in der neuen multikulturellen Gesellschaft Griechenlands erst finden. Anfang der Nuller Jahre dann der Neubeginn. Zeitlich gesehen war das eine glückliche Fügung, sagt der Neogräzist Vassilis Lampropoulos, Inhaber des Kavafis-Lehrstuhls an der Universität Michigan.

Wenn es so scheint als ob die Dichter der Krise eine Stimme gegeben hätten, dann, weil sie die Instabilität und Unsicherheit, die die Krise gebracht hat, schon ein Jahrzehnt zuvor durchlebt hatten. Die griechische Lyrik heute ist eine Lyrik jenseits der Sicherheiten, jenseits des Stolzes, jenseits der Selbstsicherheit und der Eloquenz. Es ist eine Lyrik, die Identitäten in Frage stellt, die sich ungewöhnlicher Themen annimmt, eine Lyrik, die den Leser nicht bei der Hand nimmt, um ihn von A nach Z zu führen, sondern die sich mit ihm auf eine Reise begibt, deren Ausgang ungewiss ist.

Verleger, Buchhändler und Autoren bestätigen den Eindruck, dass heute mehr Lyrik erscheint als noch vor einigen Jahren. Nur: Genaue Zahlen gibt es nicht, denn das Nationale Buchzentrum, das das alle Neuerscheinungen registrierte, wurde im Zuge der Krise abgeschafft. Sicher aber ist, dass die Lyrik heute beim griechischen Publikum auf Resonanz trifft. Und das dann wohl doch auch wegen der Krise. Der Krise in Griechenland – und der in der Welt, sagt die Dichterin Katerina Iliopoulou.

Unsere Zeit bietet ein einziges Narrativ, nämlich das der Finanzen. Aber unser Leben ist eben nicht nur eine Aneinanderreihung nützlicher Zahlen, und die Lyrik bietet uns eben ein alternatives Narrativ an. Sie schafft Möglichkeiten, die Welt zu interpretieren, unsere Kritik zu schärfen, neue Metaphern zu entdecken, also neue Sinn-Vehikel, um uns selbst und die Welt zu verstehen. Sie führt das Element des Zweifels und des Umsturzes ein. Und die Weigerung, die Welt so zu akzeptieren wie sie ist. Denn wenn wir auch nur erhalten wollen, was wir haben, müssen wir nach dem Unmöglichen streben.

Posted in Crisis, Greek Poetry, Greeks

Friends making Music together (2)

Dr. Pantelis Polychronidis is a consummate collaborative pianist: He does not accompany fellow musicians but actively works with them to create new music, unique compositions that have not been heard before. This is especially evident in his meticulous work with singers, whom he coaxes into performances that they never anticipated. It has happened to me too.

One evening, in the early days of our friendship, while he was sitting at the piano at a party, I asked him for a favorite song. I had never thought much of my voice since people paid no attention, and sometimes even made fun of it, yet that evening, with the first piano bars, I started singing hesitantly. Waving away my nervousness, Pantelis immediately adjusted his playing to my voice, supporting and encouraging it to continue. Without a word, he worked with me to finish beautifully the song, and then said plainly: “You have a nice voice.”

At that very moment, that Platonic εξαίφνης/instant, “somebody called me Sebastian.”

Whether Pantelis and I make music together in public or private, it has been like this ever since. I feel it again today as I celebrate his name day, the pan and telos of my other self.

July 27, 2017

Posted in Classical Music, Collaboration

The Hebraic covenant of the civil religion and the Hellenic Arcadia of the civil culture

Two recent books reiterate a common argument about two presumed foundational traditions of the United States, the Hebraic and the Hellenic.

In the words of its blurb, American Covenant: A History of Civil Religion from the Puritans to the Present (2017) by Philip Gorski (Sociology & Religious Studies, Yale) argues that the American Founders envisioned a prophetic republic which would weave together the ethical vision of the Hebrew prophets and the Western political heritage of civic republicanism. This republic was founded on the vital center of the civil religious tradition. However, over the last half century this vision has been threatened by an internecine struggle of two rival traditions, religious nationalism (a form of militaristic hyperpatriotism) and radical secularism (a denial of the contributions of the Judeo-Christian tradition to the American project).

Also in the words of its blurb, American Arcadia: California and the Classical Tradition (2016) by Peter J. Holliday (History of Art & Classical Archaeology, California State U.-Long Beach), Californians shaped their world using classical Greco-Roman models. These models influenced philosophical beliefs, civic ideals, urban development, the economy, the environment, the arts, the film industry, even the very physical and spiritual selves of the citizens. The Arcadian sensibility of the West Coast, a manifestation of American classicism, persists to the present day. Its history is evidence of the flexibility and fluidity of classicism’s long history, which is still vibrant.

As has been usually the case with studies of Jerusalem and Athens as supreme Western models, the Hebraic volume focuses on civic religion while the Hellenic one on civic culture. Both argue that their foundational model endures and remains relevant. Nevertheless, it is unusual, and refreshing, to see that they survey their respective history and make their case without any major comparisons to the other pole of the traditional Hebraic/Hellenic dialectic.

June 26, 2017

P.S.  These two books may come under new light when read in the context of Donald Trump’s recent references to Western civilization.

Posted in Culture, Greek, Hellenism | Tagged ,

Varieties of Hellenism

Four recent books approach Hellenism from very different angles to discuss ways in which Greek identity and its past are constructed.

Trophies of Victory (2016) by Leslie Shear is a monograph that deploys scholarship to examine Hellenism as victory (of the ancient Greeks).

The Parthenon Bomber ([1996] 2017) by Christos Chrissopoulos is a novella that deploys literature to examine Hellenism as burden (of the modern Greeks).

The Classical Debt (2017) by Johanna Hanink is an essay that deploys critique to examine Hellenism as debt (of the West).

Liquid Antiquity (2017), co-edited by Brooke Holmes & Karen Marta, is a platform that deploys curatorship to examine Hellenism as flow (of scholarship).

These four perspectives complement my own in The Rise of Eurocentrism: Anatomy of Interpretation (1993) where I analyze the role of the Hebraism/Hellenism dialectic in the self-understanding of modernity.

June 25, 2017

Posted in General Culture, Greek Literature, Hellenism, The "Greeks" | Tagged

How critical theory arrived in Greek writing through poetry

My interview to “Reading Greece” on New Greek Poetry and Modern Greek Studies

June 27, 2017

Posted in Crisis, Greek Literature, Greek Poetry, Greeks, Hellenism, Left, Melancholy